Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Πόσο «χειριστικά» είναι τα παιδιά τελικά;




Για τους γονείς, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα της ζωής του, το παιδί αναμφισβήτητα αποτελεί το κέντρο του κόσμου τους. Υπάρχουν πολλές απόψεις σχετικά με το «χειρισμό» που κάνουν τα παιδιά – από τη βρεφική τους ακόμη ηλικία – για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Παλαιότερες γενιές μιλούσαν για την «πονηριά» των βρεφών, η οποία εκδηλώνεται όταν τα βρέφη δεν πεινούν ή πονούν, αλλά επειδή επιζητούν την προσοχή των γονιών τους για να τα πάρουν αγκαλιά. Σήμερα ξέρουμε ότι τα βρέφη επιζητούν την προσοχή των ατόμων που τα φροντίζουν και τη σωματική επαφή με αυτά, όχι γιατί είναι «πονηρά» αλλά γιατί χωρίς την κάλυψη αυτής της πρωταρχικής τους ανάγκης δεν θα μπορέσουν να αναπτυχθούν υγιώς ψυχικά και σωματικά.
Τα βρέφη διακατέχονται από ένα αίσθημα παντοδυναμίας, που προέρχεται από την αδυναμία τους να διαχωρίσουν τον εαυτό τους από τη μητέρα τους, με την οποία βρίσκονται σε μια στενή συμβιωτική σχέση. Αργότερα, από το ενάμιση έτος περίπου, οπότε το παιδί ανακαλύπτει το «εγώ», είναι πλέον σε θέση να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους άλλους και διέρχεται τη φάση του «γνωστικού εγωκεντρισμού», που διαρκεί όλη τη νηπιακή ηλικία. Πρόκειται για μια απαραίτητη εξελικτική φάση, η οποία χαρακτηρίζεται από πολλά πείσματα και έκφραση ισχυρογνωμοσύνης, έλλειψη διαλλακτικότητας, ξεσπάσματα οργής και εντάσεις που δημιουργούνται με τους γονείς του, οι οποίοι δεν είναι συνήθως προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν κάτι τέτοιο. Φυσικά το παιδί θέλει να δοκιμάσει τα όριά του, αλλά και τα όρια του γονιού.  Σκοπός του γονιού δεν πρέπει να είναι να κάνει ό, τι θέλει το παιδί, ούτε να επιβάλει την άποψή του, αλλά να συνεργαστεί. Η οριοθέτηση κρίνεται απαραίτητη για την ομαλή ψυχική συγκρότηση του παιδιού, αλλά και για τη δημιουργία καλής σχέσης και επικοινωνίας γονιού-παιδιού.
Έρευνες που έχουν διεξαχθεί διεθνώς έχουν δείξει ότι τόσο η ανεκτική, όσο και η αυταρχική διαπαιδαγώγηση έχουν μακροπρόθεσμα αρνητικές συνέπειες στη ζωή των παιδιών.
Όταν το παιδί δε συνεργάζεται και προσπαθεί να υπερισχύσει, ο γονιός ματαιώνεται, απογοητεύεται, στενοχωριέται, θυμώνει και φοβάται. Φοβάται ότι δεν είναι ένας αρκετά καλός γονιός και κυρίως (σε σχέση με το παιδί) φοβάται γι’ αυτό που θα αντιμετωπίσει στο μέλλον. Αν το παιδί τον χειραγωγεί, τον «χειρίζεται» με αυτόν τον τρόπο τώρα, τι θα συμβεί στο μέλλον; Για να μπορέσει να οριοθετήσει ο γονιός το παιδί, χρειάζεται να γνωρίζει καταρχήν τα δικά του όρια. Και σαφώς να μπορεί να αναγνωρίζει και να εκφράζει τα συναισθήματά του.
Ο φόβος του γονιού σε σχέση με τη χειραγώγηση του παιδιού είναι ουσιαστικά να μη χάσει τον έλεγχο, αλλά και την αγάπη του παιδιού. Πρόκειται για ένα φόβο που παίρνει πολλές διαστάσεις και μορφές και κλιμακώνεται καθώς το παιδί μεγαλώνει. Ο φόβος δε μετατρέπεται σε πανικό μόνο στην εφηβεία. Κάλλιστα μπορεί να γίνει πανικός και νωρίτερα και να οδηγήσει ένα γονιό σε πράξεις και συμπεριφορές για τις οποίες αργότερα θα μετανιώσει, όπως ξύλο, φωνές, άσχημα λόγια, επιπλήξεις, τιμωρίες και στερήσεις που επιβάλλει στο παιδί ως «αντίποινα». Οι προσπάθειες χειραγώγησης του παιδιού ξεκινούν να γίνονται συνειδητά αρκετά νωρίς. Από τη νηπιακή ηλικία, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι ένα παιδί γνωρίζει την επίδραση που μπορεί να ασκεί στους γονείς του και τους γύρω του. Καθώς μεγαλώνει, οι προσπάθειες αυτές γίνονται όλο και πιο συνειδητές και πιο οργανωμένες. Πρόκειται για τα γνωστά «παιχνίδια εξουσίας» που παίζουν γονείς και παιδιά. Και ως γνωστό, τα παιχνίδια εξουσίας δεν παίζονται μόνον από έναν.


 Βασιλική Παππά, MSc, PhD


Ψυχολόγος στα Εκπαιδευτήρια Χουρδάκη.
Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609
Email: info@hourdaki.edu.gr
 Facebook page https://www.facebook.com/EkpaideutiriaChourdaki?fref=ts

Πηγή : ipop,gr

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Το άγχος στα παιδιά και ο ρόλος των γονιών.



Παλαιότερα, το άγχος ήταν κυρίως προνόμιο των ενηλίκων. Σήμερα, παρατηρούμε ότι όλο και περισσότερα παιδιά σχολικής, αλλά ακόμη και προσχολικής ηλικίας, διακατέχονται από άγχος. Για τη δημιουργία του άγχους στα παιδιά ευθύνονται πολλοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων και το οικογενειακό πλαίσιο. Οι υπέρμετρες προσδοκίες και απαιτήσεις των γονέων από τα παιδιά, τόσο ως προς τα ασφυκτικά γεμάτα προγράμματα που τους επιβάλλουν, με πολλές εξωσχολικές δραστηριότητες, όσο και ως προς την επίδοση των παιδιών στα σχολικά μαθήματα, αλλά και στις προαναφερθείσες δραστηριότητες, όπου οι γονείς δε θέλουν απλώς τα παιδιά να συμμετέχουν με ευχαρίστηση, αλλά να διακρίνονται, να πρωτεύουν. Συχνά οι γονείς βλέπουν το παιδί ως δική τους προέκταση και ως όχημα για την εκπλήρωση των δικών τους ανεκπλήρωτων επιθυμιών και αναγκών. Επιπλέον, οι διακρίσεις των παιδιών τους παρέχουν κάποιου είδους κοινωνικής ανάδειξης και καταξίωσης.  Όλα αυτά βέβαια βάζουν τα παιδιά σε μια διαδικασία διαρκούς κινητικότητας και αναζήτησης της ευχαρίστησης, μέσα από πράγματα που δεν έχουν επιλέξει τα ίδια και στα οποία συνήθως δε βρίσκουν νόημα, δηλαδή δεν έχουν κίνητρο.

Από την άλλη πλευρά, οι γονείς που έχουν άγχος οι ίδιοι, αποτελούν πρότυπο για μίμηση για τα παιδιά τους. Το άγχος είναι ιδιαιτέρως μεταδοτικό και πολύ περισσότερο από τους γονείς προς τα παιδιά. Μπορεί οι γονείς να εκδηλώνουν γενικευμένο άγχος, ή μπορεί να εκδηλώνουν άγχος περισσότερο για συγκεκριμένους τομείς π.χ. για τη δουλειά τους, για το μέλλον και την οικονομική κρίση, για την υγεία, ή για θέματα που αφορούν ειδικά τα παιδιά, όπως η υγεία και η ασφάλειά τους. Τότε τα παιδιά συνήθως αναπαράγουν το άγχος των γονιών, εστιάζοντας μάλιστα στους ίδιους τομείς. Ακόμη, οι ανεκτικοί-αδιάφοροι γονείς, οι οποίοι, είτε με τη φυσική απουσία τους, λόγω πολύωρης καθημερινής εργασιακής απασχόλησης, είτε με τη συναισθηματική τους απουσία (η οποία συνιστά αδιαφορία) δεν παρέχουν ένα σταθερό πλαίσιο ασφάλειας και προβλεψιμότητας και δεν επιδεικνύουν εμπράκτως τη διαθεσιμότητά τους, είναι πολύ πιθανό να έχουν παιδιά ανήσυχα, αγχώδη και ανασφαλή. Τέλος, οι γονείς με τελειοθηρική τάση – οι οποίοι γι’ αυτό και γίνονται ιδιαζόντως επικριτικοί – έχουν παιδιά αγχώδη. Οι τελειομανείς γονείς, συνήθως αποθαρρύνουν τα παιδιά τους αφού δύσκολα μένουν ικανοποιημένοι από αυτά.

Όταν το παιδί διακατέχεται από άγχος, είναι συνήθως ανυπόμονο, δυσκολεύεται να περιμένει. Θέλει να κερδίζει συνεχώς στο παιγνίδι και ματαιώνεται έντονα όταν χάνει. Κάνει βεβιασμένες κινήσεις, γι’ αυτό και κάνει λάθη. Επιζητά συνεχώς την επιδοκιμασία των άλλων. Συχνά κάνει περισσότερα του ενός πράγματα και δυσκολεύεται να διαχειριστεί το χρόνο του. Γίνεται ευερέθιστο και θυμώνει συχνά. Έχει ελάχιστο έως καθόλου ελεύθερο χρόνο. Συχνά μιλά γρήγορα. Αναλαμβάνει πάρα πολλές ευθύνες. Νιώθει ένοχο όταν ξεκουράζεται. Μπορεί να τρώει τα νύχια του. Δεν τρώει – ή τρώει πολύ – και συνήθως δεν κοιμάται αρκετά. Μερικές φορές, το άγχος σωματοποιείται και εκδηλώνεται συνήθως με πονοκεφάλους, κοιλόπονο ή στομαχόπονο, αλλά και με διάφορα τικ.
Για την αντιμετώπιση του άγχους χρειάζεται πρώτ’ απ’ όλα οι γονείς να μπορέσουν να διαχειριστούν αποτελεσματικά το δικό τους άγχος, να έχουν ρεαλιστικές απαιτήσεις από τα παιδιά και να επιδεικνύουν άνευ όρων αποδοχή. Χρειάζεται να είναι ψύχραιμοι και σταθεροί. Να βοηθήσουν το παιδί να οργανώσει το χρόνο του, ιεραρχώντας τις προτεραιότητές του. Να ακούσουν πραγματικά το παιδί. Να προσπαθούν να συμμετέχουν ουσιαστικά στη ζωή του και να αφουγκράζονται τις ανάγκες του.

Η πιο ανούσια φράση που μπορεί να πει κάποιος, τόσο σε ένα παιδί, όσο και σε έναν ενήλικα είναι: «Μην έχεις άγχος!». Αντ’ αυτού, μπορεί να την επαναδιατυπώσει καταφατικά, ως εξής: «Έχεις άγχος. Θα ήθελες να το συζητήσουμε;». Έτσι, ο γονιός δείχνει στο παιδί ότι αποδέχεται το συναίσθημά του και επιδεικνύει συναισθηματική διαθεσιμότητα. Διαφορετικά, το παιδί παίρνει το μήνυμα ότι κακώς αισθάνεται έτσι όπως αισθάνεται και φυσικά, το άγχος του θα διογκωθεί!


Βασιλική Παππά, MSc, PhD,
Συμβουλευτική Ψυχολόγος,
Επιστημονικά Υπεύθυνη Σχολών Γονέων,
Ψυχολόγος στα Εκπαιδευτήρια Χουρδάκη.


Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609
Email : info@hourdaki.edu.gr
Facebook page :  https://www.facebook.com/EkpaideutiriaChourdaki?fref=ts

Πηγή: ipop.gr

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου!





Το θέμα του co-sleeping έχει απασχολήσει κατά καιρούς πολύ τους επιστήμονες, μια που το έχουν συσχετίσει και με το σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου των μωρών. Τώρα, μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Pediatrics μας προειδοποιεί για το πόσο επίσης επικίνδυνο είναι να παίρνετε έστω και έναν σύντομο υπνάκο στον καναπέ αγκαλιά με το μωρό σας. 
Οι ερευνητές ανέλυσαν τις περιπτώσεις 7.934 βρεφών, τα οποία πέθαναν στον ύπνο τους την οκταετία 2004-2012, διαπιστώνοντας πως το 12,9% κοιμόντουσαν σε καναπέ - και τα τρία τέταρτα από αυτά ήταν νεογέννητα! «Μας σόκαρε το γεγονός ότι ένα στα οκτώ νεογέννητα μωρά πέθαναν ενώ κοιμόντουσαν σε καναπέ», δήλωσε ο ερευνητής δρ Jeffrey Colvin, παιδίατρος στο Νοσοκομείο Παίδων Mercy, στην πόλη του Κάνσας. 

«Πριν αρχίσουμε την ανάλυση, ούτε που μας περνούσε από το μυαλό ότι μπορεί κάποιος να βάλει ένα νεογέννητο μωρό για ύπνο στο συγκεκριμένο έπιπλο. Στην κούνια του είναι και φοβάσαι μήπως πάθει κάτι, όχι στον καναπέ».

 Όπως χαρακτηριστικά αποκαλύπτουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση «Pediatrics», περίπου 4.000 βρέφη πεθαίνουν αιφνιδίως κάθε χρόνο στις ΗΠΑ. Παρότι ο αριθμός αυτός είναι σχεδόν ο μισός από τον αντίστοιχο της δεκαετίας του '90 (μειώθηκε, όπως γράφουν, επειδή οι παιδίατροι άρχισαν να λένε στους γονείς να μην βάζουν τα μωρά μπρούμυτα για ύπνο), παραμένει τεράστιος. Έτσι, θέλησαν να εξετάσουν που μπορεί να οφείλεται. 

Από τα 1.024 μωρά που είχαν πεθάνει πάνω στον καναπέ, το 40% είχαν πάθει ασφυξία ή πνιγμό (π.χ. από μαξιλάρια που έπεσαν πάνω τους ή από το γάλα τους), το 36% είχαν πεθάνει από ακαθόριστη αιτία και το 24% από σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου των βρεφών. 

Η συντριπτική πλειονότητα των βρεφών που πέθαναν στους καναπέδες είχαν ηλικία 3 μηνών ή μικρότερη. Στο σχεδόν 90% των περιπτώσεων, δίπλα στα μωρά καθόταν κάποιος ενήλικας.

Επιπλέον, είχαν εξαπλάσιες πιθανότητες να έχουν κοιμηθεί για πρώτη (και τελευταία) φορά στο συγκεκριμένο χώρο, σε σύγκριση με όσα είχαν πεθάνει στην κούνια τους ή στα κρεβάτια ενηλίκων. «Τα νεογέννητα συχνά καταλήγουν στον καναπέ επειδή λ.χ. ξυπνάνε μέσα στη νύχτα για να φάνε και ο ένας γονιός τα μεταφέρει στο σαλόνι για να μην ξυπνήσει τον άλλο, αλλά αποκοιμιέται την ώρα που τα ταΐζει, με συνέπεια να πνίγονται», εξήγησε η δρ Σιγκάλ Σαχάμ, παθολόγος στο Ιατρικό Κέντρο Cedars-Sinai του Λος Άντζελες. 

Και πρόσθεσε: «Οι γονείς πρέπει να θυμούνται ότι ένα μωρό μπορεί να χάσει εύκολα τη ζωή, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και σε οποιοδήποτε χώρο. Θα πρέπει, συνεπώς, να μπαίνουν για ύπνο ανάσκελα, μόνα τους, μόνο μέσα στην κούνια τους, δίχως μαξιλάρια ή οποιοδήποτε άλλο μαλακό αντικείμενο δίπλα τους. Και, βεβαίως, οι γονείς πρέπει να αναγνωρίζουν την δική τους κούραση και να ζητούν βοήθεια». 

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Παιδί και παιχνίδι, ένας υπέροχος δεσμός...




Τα τελευταία χρόνια, η ραγδαία αλλαγή της κοινωνίας μας, λόγω των εξελίξεων στον  τομέα της επιστήμης και της τεχνολογίας, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των απαιτήσεων. Τα παιδιά μεγαλώνουν νωρίτερα απ’ την ηλικία τους, έχοντας καθημερινά πολλές προγραμματισμένες δραστηριότητες και ελάχιστο χρόνο για παιχνίδι.

Κι όμως, το παιχνίδι είναι ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν για τον εαυτό τους και για τον κόσμο. Μέσω του παιχνιδιού το παιδί μαθαίνει να αναπτύσσει τις κοινωνικές του δεξιότητες και να χτίζει την αυτοπεποίθησή του. Το παιχνίδι βοηθάει στην γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού, καθώς και στην ανάπτυξη των βασικών και προηγμένων κινητικών δεξιοτήτων. Επιπλέον, το βοηθάει να εκφράσει και να καταλάβει τα συναισθήματά του όπως είναι η χαρά, ο θυμός και ο φόβος, καθώς και να ανακαλύψει πως τα δικά του συναισθήματα επηρεάζουν τους άλλους. Το παιχνίδι διεγείρει τη δημιουργικότητα και τη φαντασία και μέσω του παιχνιδιού το κάθε παιδί έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει ένα σωρό πράγματα, όπως πώς λειτουργεί η κοινωνία, τα ήθη και τα έθιμα.

Το παιχνίδι διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία. Το παιδί στη μικρή του ηλικία προτιμά τα ατομικά μοναχικά παιχνίδια. Παίζει με τα άψυχα και με τα μικρά ζωάκια, που μπορεί να κυριαρχεί πάνω τους, να ξεθυμαίνει την επιθετικότητά του αλλά και να τα αγαπά όσο και όποτε αυτό θέλει. Μεγαλώνοντας χρησιμοποιεί στα παιχνίδια του τις εμπειρίες που απόκτησε και που κατασταλάζουν μέσα του σαν γνώσεις. Στην ηλικία των 9-14  χρονών επικρατεί πάλι το «εγώ» και η τάση να διακριθεί και να ξεχωρίσει από τους άλλους. Τα ομαδικά παιχνίδια βοηθούν τα παιδιά αυτής της ηλικίας να ξεπεράσουν αυτή την κρίση εγωπάθειας και να ενταχθούν ομαλά στο κοινωνικό σύνολο. Όσο οι ψυχοπνευματικές και σωματικές του δυνάμεις τελειοποιούνται και καθώς το παιδί μεγαλώνει, δρα ολοένα και πιο συνειδητά μέσα στο ομαδικό παιχνίδι και αρχίζει να ταυτίζει το ατομικό του συμφέρον με το γενικό της ομάδας, γεγονός, που αποτελεί αρχή της κοινωνικοποίησής του.

Το παιχνίδι των παιδιών πρέπει να είναι δημιουργικό και ελεύθερο, να θέτει σε λειτουργία την φαντασία τους, την διάθεση τους να εξερευνήσουν  τον κόσμο, τα όριά του και τα δικά τους : να μάθουν να ακούν, να περιμένουν, να σχεδιάζουν, να διεκδικούν, να συνεργάζονται. Και  οι ενήλικες καλό είναι να το παίρνουν πολύ στα σοβαρά, αλλά και να το ξεχωρίζουν σαφώς από τις άλλες υποχρεώσεις του παιδιου όσο μεγαλώνει : το σχολείο, το φαγητό, την κοινωνική ζωή. Το παιχνίδι πρέπει να παραμένει, ως και την ηλικία του δημοτικού, ο προνομιακός εκείνος «τόπος» όπου ξεδιπλώνεται η έκφραση όσων δεν μπορούν ακόμα να ειπωθούν, η «χώρα» που βοηθά την εξέλιξη του ψυχισμού και της δομής μιας στερεής και δημιουργικής προσωπικότητας.

Κατερίνα Κουτρούλη ,Εκπαιδευτικός των Εκπαιδευτηρίων Χουρδάκη



Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609
Email : info@hourdaki.edu.gr
http://www.hourdaki.edu.gr/

Πηγή : Ipop.gr

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Και όμως και οι γονείς πρέπει να εκπαιδεύονται.




Οι Σχολές Γονέων εντάσσονται στο πλαίσιο της προληπτικής εκπαίδευσης και συμβουλευτικής σε ομαδικό επίπεδο. Έργο τους είναι αφενός η εκπαίδευση των γονέων και αφετέρου η υποστήριξή τους στο δύσκολο ρόλο τους.

Σκοπός των Σχολών Γονέων είναι:

  1. Να διευρύνουν τη γνώση των γονέων στους τομείς της ανάπτυξης του παιδιού και να τους βοηθήσουν να συνειδητοποιήσουν ότι οι ανάγκες των παιδιών διαφοροποιούνται ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο.
  2. Να ενθαρρύνουν τους γονείς να αναπτύξουν δεξιότητες για τη βελτίωση του γονικού τους ρόλου και να τους βοηθήσουν να αξιοποιήσουν αυτές τις δεξιότητες.
  3. Να βοηθήσουν τους γονείς να επαναξιολογήσουν με αποτελεσματικό τρόπο τις αξίες και τις πεποιθήσεις τους, τις προσδοκίες και τους στόχους τους σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά τους.
  4. Να τους βοηθήσουν να εκτιμήσουν τη σημασία της γονικής εμπειρίας.
  5. Να εμπλουτίσουν την εμπειρία των γονέων και να αυξήσουν την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση που αντλεί ο κάθε γονέας από την άσκηση του ρόλου του.
Στη χώρα μας η πρώτη Σχολή Γονέων λειτούργησε το 1962 με την πρωτοβουλία της ψυχολόγου Μαρίας Χουρδάκη. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν λειτουργήσει και λειτουργούν εκατοντάδες παραρτήματα σε όλη την Ελλάδα.

Ο τρόπος εργασίας-συνεργασίας με τους γονείς στις Σχολές Γονέων είναι το σχήμα της εργασίας με ομάδες των περίπου 12 ατόμων. Στις συναντήσεις με τους γονείς – οι οποίες  έχουν δεκαπενθήμερη συχνότητα και διαρκούν 1:30΄ – ο εκπαιδευτής – συντονιστής παρέχει στους γονείς γνώσεις και τους οδηγεί στη σταδιακή διαφοροποίηση της συμπεριφοράς τους.
Οι Σχολές Γονέων διαφοροποιούνται κυρίως ανάλογα με την ηλικία των παιδιών. Έτσι υπάρχουν: α) ομάδα βρεφικής-νηπιακής ηλικίας (0-6 χρόνων), β) ομάδα σχολικής (6-12 χρόνων) και γ) ομάδα εφηβικής ηλικίας (12-18 χρόνων).

Γενικά, τα κίνητρα των γονέων για συμμετοχή σε μία ομάδα Σχολής Γονέων είναι:

  • Ο εμπλουτισμός των γνώσεών τους.
  • Η ανάγκη τους για υποστήριξη.
  • Η επιθυμία τους να γνωρίσουν άλλους γονείς και να ανταλλάξουν απόψεις με αυτούς.
  • Πιο συγκεκριμένα, στο χώρο του σχολείου, τα κίνητρα των γονέων για συμμετοχή σε μία ομάδα Σχολής Γονέων είναι:
  • Η διάθεσή τους να εμπλακούν στη σχολική πραγματικότητα.
  • Η επιθυμία τους για πρόοδο του παιδιού τους στα μαθήματα.
  • Το ενδιαφέρον τους για τη συμπεριφορά του στο χώρο του σχολείου.
  • Ο εμπλουτισμός των γνώσεών τους και η απόκτηση δεξιοτήτων όσον αφορά την άσκηση του ρόλου τους (επίλυση προβλημάτων, στρατηγικές αντιμετώπισης της συμπεριφοράς του / των παιδιού / παιδιών, δεξιότητες αυτοελέγχου και επικοινωνιακές δεξιότητες).
  • Η υποστήριξη που θα δεχθούν τόσο από τον εκπαιδευτή / συντονιστή, όσο και από τους άλλους γονείς.
  • Η επιθυμία τους να συναναστραφούν με άλλους γονείς του σχολείου και να γνωριστούν μαζί τους.
Οι επιδράσεις της Σχολής Γονέων στους γονείς είναι σημαντικές:

  1. Οι σχέσεις τους με το παιδί / τα παιδιά τους βελτιώνεται. Οι γονείς αποκτούν δεξιότητες για τη σωστή αντιμετώπιση της συμπεριφοράς των παιδιών τους. Διαμορφώνουν πιο ρεαλιστικές προσδοκίες, αποκτούν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ενθαρρύνονται όσον αφορά στην άσκηση του ρόλου τους.
  2. Οι σχέσεις τους με τους εκπαιδευτικούς βελτιώνονται. Οι γονείς είναι πιο πρόθυμοι να συνεργαστούν με τους εκπαιδευτικούς.

    Οι επιδράσεις της Σχολής Γονέων στα παιδιά:
  • Αντιμετωπίζουν πιο θετικά το σχολείο και βελτιώνεται η σχολική τους επίδοση.
  • Μειώνεται η συχνότητα «ανεπιθύμητων» συμπεριφορών και αυξάνεται η αυτοεκτίμησή τους.
  • Βελτιώνεται η επικοινωνία τους με τους γονείς τους.
Βασιλική Παππά, MSc, PhD, Ψυχολόγος των Εκπαιδευτηρίων Χουρδάκη.


Πανδρόσου 45 Π.Φάληρο
Τηλ:2109833353, 2109818609
Email :     info@hourdaki.edu.gr

http://www.hourdaki.edu.gr/

Πηγή : http://ipop.gr